Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.334.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παρών
(προωθήθηκε από παρούσα)

0,01 sec.
παρών present présent حاضر přítomný tilstedeværende anwesend presente läsnäoleva prisutan presente 居る 현재의 aanwezig til stede obecny presente присутствующий närvarande ที่เกิดในปัจจุบัน var có mặt 现在的
επίθ α / θ / ουδ παρών, παρούσα, παρόν [pa'ron, pa'rusa, pa'ron]
1 που παρευρίσκεται κάπου présent/-ente
Ήταν παρών στη συνάντηση. Il était présent à la rencontre.
2 τωρινός actuel/-elle
η παρούσα κατάσταση la situation actuelle
ουσ ουδ παρόν
σήμερα, τώρα présent
το παρόν και το μέλλον της χώρας le présent et l'avenir du pays
προς το παρόν
για την ώρα pour l'instant/pour le moment


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.