Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.429.356 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πας

0,01 sec.
πας
αντων α / θ / ουδ πας, πάσα, παν [pas, 'pasa, pan]
1 κάθε tout, toute
2 όλους, όλες, όλα tout
Καταλαβαίνει τα πάντα. Il comprend tout.
Κοροϊδεύει τους πάντες. Il se moque de tout le monde.
εν πάση περιπτώσει
σε κάθε περίπτωση en tout cas
Εν πάση περιπτώσει δε θα σε αφήσω μόνο σου. Il n'est pas question que je te laisse seul.
ουσ ουδ παν
το πιο σημαντικό l'essentiel; le tout
Το παν στη ζωή είναι η υγεία. L'essentiel dans la vie c'est la santé.
επίρρ πάντα ['panda]
1 συνεχώς, χωρίς διακοπή toujours
Είναι πάντα στην ώρα της. Elle est toujours à l'heure.
2 συνεχώς κι από παλιά (depuis) toujours
Μου άρεσε πάντα. Il m'a toujours plu.Il me plaît depuis toujours.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.