| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.163.903 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πασπαλίζω |
0,03 sec. |
|
πασπαλίζω powder, sprinkle ρ μετβ πασπαλίζω [paspa'lizo] ρίχνω κτ σε μορφή σκόνης πάνω σε κτ άλλο saupoudrer πασπαλίζω με ζάχαρη saupoudrer de sucre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|