| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.434.928 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παστεριωμένος |
0,04 sec. |
|
παστεριωμένος مبستر pasterizovaný pasteuriseret pasteurisiert pasteurized pasteurizado pastöroitu pasteurisé pasteriziran pastorizzato 低温殺菌した 저온살균한 gepasteuriseerd pasteurisert pasteryzowany pasteurizado пастеризованный pastöriserad ที่ผ่านการฆ่าเชื้อโรค pastörize đã được tiệt trùng 消过毒的 επίθ α / θ / ουδ παστεριωμένος, παστεριωμένη, παστεριωμένο [pasterio'menos, pasterio'meni, £££pasterio'meno] αποστειρωμένος pasteurisé/-ée παστεριωμένο γάλα du lait pasteurisé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|