| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.717.475 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πατίνι |
0,01 sec. |
|
|
πατίνι ice skate, roller skate, scooter patin, patin à glace, patin à roulettes
ουσ ουδ πατίνι [pa'tini] ειδικό παπούτσι για πατινάζ patin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|