| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.662.141 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πατριωτικός |
0,02 sec. |
|
πατριωτικός patriota patriotique патриотический patriotic وطني vlastenecký patriotisk patriotisch patriótico isänmaallinen patriotski patriottico 愛国的な 애국적인 vaderlandslievend patriotisk patriotyczny patriota patriotisk มีใจรักชาติ yurtsever yêu nước 爱国的 επίθ α / θ / ουδ πατριωτικός, πατριωτική, πατριωτικό [patrioti'kos, patrioti'ci, patrioti'ko] που δείχνει πατριωτισμό patriotique πατριωτικά τραγούδια des chansons patriotiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|