| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.724.279 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παυσίπονο |
0,01 sec. |
|
|
παυσίπονο analgesic, painkiller مسكن آلام lék proti bolesti smertestillende middel Schmerzmittel calmante, analgésico särkylääke analgésique sredstvo protiv boli antidolorifico 痛み止め 진통제 pijnstiller smertestillende middel środek przeciwbólowy analgésico болеутоляющее средство smärtstillande medel ยาแก้ปวด ağrı kesici thuốc giảm đau 止痛药 止痛藥
ουσ ουδ παυσίπονο [pa'fsipono] φάρμακο που ανακουφίζει από τον πόνο analgésique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|