| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.725.085 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παϊδάκι |
0,01 sec. |
|
|
παϊδάκι chop
ουσ ουδ παϊδάκι [pai'ðaci] πλευρό αρνιού ή κατσικιού côtelette παϊδάκια στη σχάρα des côtelettes grillées Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|