| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.011.323 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πείθω |
0,01 sec. |
|
πείθω convince, persuade, sway konvinki convaincre, persuader يَحُثْ, يُقْنِع přemluvit, přesvědčit overbevise, overtale überreden, überzeugen convencer, persuadir suostutella, vakuuttaa uvjeriti convincere 確信させる, 説得する 납득시키다, 설득하다 overreden, overtuigen overbevise, overtale przekonać convencer, persuadir убеждать övertala, övertyga โน้มน้าว, ชักจูง ikna etme, inandırmak thuyết phục 信服, 说服 ρ μετβ πείθω ['piθo] ρ μεσοπαθ πείθομαι ['piθome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|