| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.160.631 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πείνα |
0,02 sec. |
|
πείνα Hunger hunger, famine faim foame голод جوع hlad sult hambre nälkä glad fame 空腹 굶주림 honger sult głód fome hunger ความหิว açlık sự đói 饥饿 ουσ θ πείνα ['pina] 1 η αίσθηση της ανάγκης για φαγητό faim πεθαίνω από την πείνα mourir de faim 2 η έλλειψη βασικής διατροφής famine μισθός πείνας που δεν είναι αρκετός un salaire de famine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|