| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.726.143 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πείραμα |
0,01 sec. |
|
|
πείραμα experiment expérience تجربة pokus eksperiment Experiment experimento koe eksperiment esperimento 実験 실험 experiment eksperiment eksperyment experiência, experimento эксперимент experiment การทดลอง deney thí nghiệm 实验 експеримент 實驗 הניסוי
ουσ ουδ πείραμα ['pirama] δοκιμή για επαλήθευση ή διάψευση υπόθεσης expérience; essai κάνω ένα πείραμα faire une expérience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|