| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.754.325 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πείραμα |
0,02 sec. |
|
πείραμα experiment expérience تجربة pokus eksperiment Experiment experimento koe eksperiment esperimento 実験 실험 experiment eksperiment eksperyment experiência, experimento эксперимент experiment การทดลอง deney thí nghiệm 实验 ουσ ουδ πείραμα ['pirama] δοκιμή για επαλήθευση ή διάψευση υπόθεσης expérience; essai κάνω ένα πείραμα faire une expérience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|