| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.746.010 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πείσμα |
0,02 sec. |
|
πείσμα obstinacy ουσ ουδ πείσμα ['pizma] 1 επιμονή, εμμονή entêtement; obstination δουλεύω με πείσμα travailler avec obstination Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|