Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.344.533 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πεζοδρομημένος

0,03 sec.
πεζοδρομημένος محول إلى منطقة مشاه
πεζοδρομημένος změněný na pěší zónu
πεζοδρομημένος forbeholdt fodgængere
πεζοδρομημένος in eine Fußgängerzone umwandeln
πεζοδρομημένος pedestrianized
πεζοδρομημένος convertido en zona peatonal
πεζοδρομημένος kävelyalueeksi muutettu
πεζοδρομημένος piétonnier
πεζοδρομημένος pretvoren u pješačku zonu
πεζοδρομημένος per pedoni
πεζοδρομημένος 歩行者専用になった
πεζοδρομημένος 보행자 전용의
πεζοδρομημένος verkeersvrij
πεζοδρομημένος gjort om til gågate
πεζοδρομημένος zamknięty dla ruchu kołowego
πεζοδρομημένος convertido em calçadão, pedonal
πεζοδρομημένος пешеходный
πεζοδρομημένος omgjord till gågata
πεζοδρομημένος ที่สำหรับคนเดินโดยไม่มีรถ
πεζοδρομημένος yayalara ayrılmış
πεζοδρομημένος chỉ dành cho người đi bộ
πεζοδρομημένος 行人专用区的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.