| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.344.178 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεζοδρόμιο |
0,02 sec. |
|
πεζοδρόμιο pavement, sidewalk trottoir kaldırım رصيف chodník fortov Bürgersteig pavimento jalkakäytävä pločnik marciapiede 歩道 인도 bestrating fortau chodnik calçada тротуар trottoar ทางเดินเท้า vỉa hè 人行道 ουσ ουδ πεζοδρόμιο [pezo'ðromio] οι ζώνες κυκλοφορίας πεζών trottoir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|