| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.670.174 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεζοπορία |
0,02 sec. |
|
πεζοπορία walking, hike, hiking تنزه, نزهة طويلة سيراً على الأقدام pěší turistika, túra vandre, vandring Wandern, Wanderung caminata, excursionismo patikoiminen, vaellus randonnée hodanje, pješačenje escursione, escursionismo ハイキング 하이킹 lopen, trektocht fottur, lang fottur wędrowanie, wędrówka caminhada, caminhada longa пешая прогулка, туризм fotvandring การเดินทางไกลในชนบท, การเดินทางไกลด้วยเท้า yürüyüş, yürüyüşe çıkma cuộc đi bộ đường dài, sự đi bộ đường dài 徒步旅行, 远足 ουσ θ πεζοπορία [pezopo'ria] η πορεία με τα πόδια marche (à pied) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|