| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.497.530 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεζόδρομος |
0,02 sec. |
|
πεζόδρομος pavement, pedestrian area, pedestrian precinct منطقة مشاه pěší zóna forgængerområde Fußgängerzone zona peatonal kävelyalue zone piétonne pješačka zona isola pedonale 歩行者天国 보행자 전용 구역 voetgangersgebied område med gågater strefa ruchu tylko dla pieszych calçadão, passeio pedonal пешеходная зона område med gågator บริเวณที่คนข้าม yayalara özel bölge khu vực dành cho người đi bộ 步行街 ουσ α πεζόδρομος [pe'zoðromos] δρόμος που έχει διαμορφωθεί για πρόσβαση μόνο από πεζούς rue piétonnière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|