| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.093.699 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεζός |
0,02 sec. |
|
πεζός piéton pedestrian, prosaic مُرْتَجِل chodec fodgænger Fußgänger peatón jalankulkija pješak pedone 歩行者 보행자 voetganger fotgjenger pieszy peão, pedestre пешеход fotgängare คนเดินถนน yaya người đi bộ 行人 επίθ α / θ πεζός, πεζή, πεζό [pe'zos, pe'zi, pe'zo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|