Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.732.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πεζός

0,03 sec.
πεζός piéton pedestrian, prosaic مُرْتَجِل chodec fodgænger Fußgänger peatón, peatonal jalankulkija pješak pedone 歩行者 보행자 voetganger fotgjenger pieszy peão, pedestre пешеход fotgängare คนเดินถนน yaya người đi bộ 行人
επίθ α / θ πεζός, πεζή, πεζό [pe'zos, pe'zi, pe'zo]
1 χωρίς ποιητικό μέτρο en prose
πεζό κείμενο un texte en prose
2 μονότονος, κοινότοπος prosaïque
πεζός άνθρωπος un homme prosaïque
η πεζή πραγματικότητα la réalité prosaïque
ουσ α / θ πεζός, πεζή που προχωράει με τα πόδια piéton; piétonne
ουσ ουδ πεζό
γράμμα που δεν είναι κεφαλαίο lettre minuscule


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.