| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.684.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεθαίνω |
0,01 sec. |
|
πεθαίνω sterben die mourir morire muri يموت zemřít dø morir kuolla umrijeti 死ぬ 죽다 sterven dø umrzeć morrer умирать dö ตาย ölmek chết 死亡 ρ αμετβ πεθαίνω [pe'θeno] 1 χάνω τη ζωή μου mourirdécéder πεθαίνω νέος mourir jeune 3 εξαντλούμαι από κτ mourir πεθαίνω στα γέλια mourir de rire 4 λατρεύω se prosternervénérer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|