Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.684.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πεθαίνω

0,01 sec.
πεθαίνω sterben die mourir morire muri يموت zemřít morir kuolla umrijeti 死ぬ 죽다 sterven umrzeć morrer умирать ตาย ölmek chết 死亡
ρ αμετβ πεθαίνω [pe'θeno]
1 χάνω τη ζωή μου mourirdécéder
πεθαίνω νέος mourir jeune
2 υποφέρω από κτ mourir
πεθαίνω της πείνας mourir de faim
πεθαίνω από πόνο mourir de douleur
3 εξαντλούμαι από κτ mourir
πεθαίνω στα γέλια mourir de rire
4 λατρεύω se prosternervénérer
πεθαίνω για σοκολάτα adorer le chocolat


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.