| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.732.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πεθαμένος |
0,01 sec. |
|
|
πεθαμένος dead mort
επίθ α / θ / ουδ πεθαμένος, πεθαμένη, πεθαμένο [peθa'menos, peθa'meni, peθa'meno] 2 εξαντλημένος crevé είμαι πεθαμένος από κούραση être mort de fatigue ουσ α / θ πεθαμένος, πεθαμένη νεκρός crevé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|