| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.189.151 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεθαμένος |
0,03 sec. |
|
πεθαμένος dead mort επίθ α / θ / ουδ πεθαμένος, πεθαμένη, πεθαμένο [peθa'menos, peθa'meni, peθa'meno] 2 εξαντλημένος crevé είμαι πεθαμένος από κούραση être mort de fatigue ουσ α / θ πεθαμένος, πεθαμένη νεκρός crevé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|