Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.360.905 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πεθερικά

0,03 sec.
πεθερικά أصهار
πεθερικά příbuzní
πεθερικά svigerfamilie
πεθερικά Schwiegereltern
πεθερικά in-laws
πεθερικά familia política
πεθερικά puolison sukulaiset
πεθερικά beaux-parents
πεθερικά roditelji supružnika
πεθερικά suoceri
πεθερικά 姻戚
πεθερικά 인척
πεθερικά schoonouders
πεθερικά svigerfamilie
πεθερικά teściowie
πεθερικά parentes
πεθερικά svärfamilj
πεθερικά ญาติพี่น้องที่มาจากการแต่งงาน
πεθερικά eşinin ailesi
πεθερικά họ hàng nhà chồng
πεθερικά 姻亲


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.