| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.015.889 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πειθήνιος |
0,02 sec. |
|
πειθήνιος docile, meek, obedient επίθ α / θ / ουδ πειθήνιος, πειθήνια, πειθήνιο [pi'θinios, pi'θinia, pi'θinio] πειθαρχικός, υπάκουος docilediscipliné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|