| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.733.226 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πειθαρχία |
0,01 sec. |
|
|
πειθαρχία discipline discipline تأديب disciplína disciplin Disziplin disciplina kuri disciplina disciplina 規律 규율 discipline disiplin dyscyplina disciplina дисциплина disciplin ข้อบังคับ disiplin kỷ luật 纪律 дисциплина 紀律 משמעת
ουσ θ πειθαρχία [piθar'çia] υπακοή, υποταγή discipline Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|