| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.733.655 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πειθαρχικός |
0,02 sec. |
|
|
πειθαρχικός disciplinary disciplinaire disciplinari disciplinar التأديبية disciplinarias 纪律 紀律 disciplinární disciplinære 징계 disciplinära
επίθ α / θ / ουδ πειθαρχικός, πειθαρχική, πειθαρχικό [piθarçi'kos, piθarçi'ci, piθarçi'ko] 1 σχετικός με την πειθαρχία disciplinaire το πειθαρχικό συμβούλιο le conseil de discipline 2 πειθαρχημένος discipliné/-ée πειθαρχικό παιδί un enfant discipliné Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|