| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.191.442 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πειθαρχικός |
0,02 sec. |
|
πειθαρχικός disciplinary disciplinaire επίθ α / θ / ουδ πειθαρχικός, πειθαρχική, πειθαρχικό [piθarçi'kos, piθarçi'ci, piθarçi'ko] 1 σχετικός με την πειθαρχία disciplinaire το πειθαρχικό συμβούλιο le conseil de discipline 2 πειθαρχημένος discipliné/-ée πειθαρχικό παιδί un enfant discipliné Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|