| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.474.197 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πειράζω |
0,02 sec. |
|
πειράζω pla disturb, tease, mind, kid inciteti déranger, taquiner, faire une blague irritare, scherzare plagen contrariar, importunar, brincar يَخدَع udělat (si) legraci lave sjov scherzen bromear pilailla šaliti se ヤギが子を産む 놀리다 narre stroić sobie żarty дурачить skoja ล้อเล่น şaka yapmak lừa phỉnh 开玩笑 ρ μετβ πειράζω [pi'razo] 3 ενοχλώ με λόγια σεξουαλικού περιεχομένου harceler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|