Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.474.197 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πειράζω

0,02 sec.
πειράζω pla disturb, tease, mind, kid inciteti déranger, taquiner, faire une blague irritare, scherzare plagen contrariar, importunar, brincar يَخدَع udělat (si) legraci lave sjov scherzen bromear pilailla šaliti se ヤギが子を産む 놀리다 narre stroić sobie żarty дурачить skoja ล้อเล่น şaka yapmak lừa phỉnh 开玩笑
ρ μετβ πειράζω [pi'razo]
1 ενοχλώ, κάνω κακό déranger
Με πειράζει η υγρασία. L'humidité me dérange.
2 κοροϊδεύω, κάνω κπ αστείο taquiner
Σταμάτα να τον πειράζεις. Arrête de le taquiner !
3 ενοχλώ με λόγια σεξουαλικού περιεχομένου harceler
Πειράζει τα κορίτσια στο δρόμο. Il harcèle les filles dans la rue.
4 προσβάλλω blesser
Με πείραξαν τα λόγια του. Ses paroles m'ont vexé.
5 πασπατεύω, αγγίζω toucherchipoter
Μην πειράζεις την πληγή! Ne touche pas à la plaie !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.