| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.734.827 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πειραματικός |
0,01 sec. |
|
|
πειραματικός experimental experimental experimental sperimentale experimentele 实验 實驗 experimentální ניסיוני 実験 실험 ทดลอง
επίθ α / θ / ουδ πειραματικός, πειραματική, πειραματικό [piramati'kos, piramati'ci, piramati'ko] σχετικός με πείραμα expérimental/-ale πειραματικό στάδιο un stade expérimental/une phase expérimentale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|