| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.739.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πειρασμός |
0,01 sec. |
|
|
πειρασμός temptation tentation إغراء pokušení fristelse Versuchung tentación kiusaus iskušenje tentazione 誘惑 유혹 verleiding fristelse pokusa tentação искушение frestelse การล่อใจ ayartma sự xúi giục 诱惑 изкушение 誘惑 הפיתוי
ουσ α πειρασμός [pira'zmos] 1 απαγορευμένη επιθυμία tentation αντέχω στον πειρασμό résister à la tentation 2 το αντικείμενο απαγορευμένης επιθυμίας tentateur/-trice Τα γλυκά της είναι πειρασμός. Ses desserts sont tentateurs. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|