| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.627.087 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πειστικός |
0,03 sec. |
|
πειστικός crédible, convaincant, persuasif conclusive, convincing, persuasive مقنع přesvědčivý overbevisende überzeugend convincente, persuasivo vakuuttava uvjerljiv convincente 説得力のある 설득력 있는 overtuigend overbevisende, overtalende przekonujący convincente, persuasivo убедительный övertygande ซึ่งโน้มน้าว, ซึ่งชักจูงได้ ikna edici, inandırıcı có sức thuyết phục 令人信服的, 善说服的 επίθ α / θ / ουδ πειστικός, πειστική, πειστικό [pisti'kos, pisti'ci, pisti'ko] που έχει την ικανότητα να πείθει convaincant/-ante ένα πειστικό επιχείρημα un argument convaincant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|