| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.621.900 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεπειραμένος |
0,01 sec. |
|
πεπειραμένος επίθ α / θ / ουδ πεπειραμένος, πεπειραμένη, πεπειραμένο [pepira'menos, pepira'meni, pepira'meno] που έχει πείρα σε κπ τομέα expérimenté/-ée πεπειραμένη γραμματέας une secrétaire expérimentée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|