Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.742.335 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πεποίθηση

0,01 sec.
πεποίθηση Ansicht, Ueberzeugung, Glaube belief, conviction conviction, croyance اعتقاد víra tro creencia uskomus vjerovanje fede 信頼 믿음 geloof tro przekonanie crença вера övertygelse ความเชื่อมั่น inanç lòng tin 信念
ουσ θ πεποίθηση [pe'piθisi]
αυτό που πιστεύει κν conviction
έχω την πεποίθηση ότι avoir la conviction que
ακράδαντη πεποίθηση une conviction inébranlable
ουσ α πληθυντικός πεποιθήσεις [pepi'θisis] τα πιστεύω, οι αρχές convictions
πάω ενάντια στις πεποιθήσεις μου aller contre ses convictions


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.