| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.462.493 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πεποίθηση |
0,01 sec. |
|
πεποίθηση Ansicht, Ueberzeugung, Glaube belief, conviction conviction, croyance اعتقاد víra tro creencia uskomus vjerovanje fede 信頼 믿음 geloof tro przekonanie crença вера övertygelse ความเชื่อมั่น inanç lòng tin 信念 ουσ θ πεποίθηση [pe'piθisi] αυτό που πιστεύει κν conviction έχω την πεποίθηση ότι avoir la conviction que ακράδαντη πεποίθηση une conviction inébranlable ουσ α πληθυντικός πεποιθήσεις [pepi'θisis] τα πιστεύω, οι αρχές convictions πάω ενάντια στις πεποιθήσεις μου aller contre ses convictions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|