Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.759.088 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περίεργος
(προωθήθηκε από περίεργη)

0,01 sec.
περίεργος curious, strange, funny curieux, étrange محب للاستطلاع zvědavý nysgerrig neugierig curioso utelias znatiželjan curioso 知りたがる 호기심이 강한 nieuwsgierig nysgjerrig ciekawy curioso любопытный nyfiken อยากรู้อยากเห็น meraklı tò mò 好奇的
επίθ α / θ / ουδ περίεργος, περίεργη, περίεργο [pe'rierɣos, pe'rierʝi, pe'rierɣo]
1 γεμάτος περιέργεια curieux/-ieuse
είμαι περίεργος να μάθω être curieux d'apprendre
2 αδιάκριτος curieuxindiscret/-ète
Μην είσαι περίεργος! Ne sois pas curieux !
3 παράξενος bizarreétrange
Περίεργος άνθρωπος! Quel homme bizarre !
Περίεργο! Δεν ήρθε ακόμη. Bizarre ! Il n'est toujours pas .


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.