| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.644.285 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περίεργος |
0,03 sec. |
|
περίεργος curious, strange, funny curieux, étrange محب للاستطلاع zvědavý nysgerrig neugierig curioso utelias znatiželjan curioso 知りたがる 호기심이 강한 nieuwsgierig nysgjerrig ciekawy curioso любопытный nyfiken อยากรู้อยากเห็น meraklı tò mò 好奇的 επίθ α / θ / ουδ περίεργος, περίεργη, περίεργο [pe'rierɣos, pe'rierʝi, pe'rierɣo] 1 γεμάτος περιέργεια curieux/-ieuse είμαι περίεργος να μάθω être curieux d'apprendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|