Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.336.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περίοδος αιχμής

0,02 sec.
περίοδος αιχμής موسم ازدهار
περίοδος αιχμής hlavní sezóna
περίοδος αιχμής højsæson
περίοδος αιχμής Hochsaison
περίοδος αιχμής high season, peak season
περίοδος αιχμής temporada alta
περίοδος αιχμής huippusesonki
περίοδος αιχμής haute saison
περίοδος αιχμής u jeku sezone
περίοδος αιχμής alta stagione
περίοδος αιχμής 最盛期
περίοδος αιχμής 성수기
περίοδος αιχμής hoogseizoen
περίοδος αιχμής høysesong
περίοδος αιχμής środek sezonu
περίοδος αιχμής alta temporada, estação alta
περίοδος αιχμής разгар сезона
περίοδος αιχμής högsäsong
περίοδος αιχμής ฤดูกาลที่มีธุรกิจมาก
περίοδος αιχμής pahalı sezon
περίοδος αιχμής mùa đông khách
περίοδος αιχμής 旺季


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.