| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.644.020 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περίπολος |
0,02 sec. |
|
περίπολος patrouille, piquet دَورية hlídka patrulje Streife patrol patrulla partio ophodnja pattuglia パトロール 순찰 patrouille patrulje patrol patrulha патруль patrull การลาดตระเวณ devriye việc đi tuần tra 巡逻 ουσ θ περίπολος [pe'ripolos] αστυνομικό ή στρατιωτικό σώμα που κάνει περίπολο patrouille Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|