| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.466.608 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περίπτωση |
0,02 sec. |
|
περίπτωση caso, esempio case, instance, occasion قضية, مرحلة příklad, případ sag, tilfælde Fall caso, ejemplo esimerkki, tapaus cas, exemple slučaj 事例, 場合 사례, 예 geval eksempel, tilfelle przykład, przypadek caso, exemplo мгновение, случай exempel, mål คดี, ตัวอย่าง örnek, vaka trường hợp, ví dụ 实例, 案例 ουσ θ περίπτωση [pe'riptosi] 3 πιθανότητα possibilité υπάρχει περίπτωση να il est possible que εν πάση περιπτώσει έτσι ή αλλιώς en tout cas Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|