| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.751.010 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περηφάνεια |
0,01 sec. |
|
|
περηφάνεια فخر pýcha stolthed Stolz pride orgullo ylpeys fierté ponos orgoglio 誇り 긍지 trots stolthet duma orgulho гордость stolthet ความภาคภูมิใจ gurur sự tự hào 骄傲 гордост גאווה
θ ουσ (υ)περηφάνεια [iperi'fania] 1 αίσθημα αξιοπρέπειας, αυτοεκτίμησης décence Αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με υπερηφάνεια. Ils traversent les difficultés avec décence. 2 αίσθημα ικανοποίησης για κτ που μου συμβαίνει fierté; orgueil αισθάνομαι περηφάνια για κπ être fier de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|