| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.409.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιέχω |
0,02 sec. |
|
περιέχω contain يَحتوى على obsahovat indeholde enthalten contener sisältää contenir sadržati contenere 含む 담고 있다 bevatten inneholde zawrzeć conter содержать innehålla ควบคุม içermek chứa đựng 包含 ρ μετβ περιέχω [peri'exo] 2 περιλαμβάνω comprendre Η έκθεση περιέχει σημαντικά έργα. L'exposition comprend quelques œuvres importantes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|