| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.752.271 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περιβάλλον |
0,02 sec. |
|
|
περιβάλλον environment, setting, surroundings environnement, milieu بيئة prostředí miljø Umwelt medio ambiente ympäristö okruženje ambiente 環境 환경 omgeving miljø środowisko ambiente, meio-ambiente окружающая среда miljö สภาพแวดล้อม çevre môi trường 环境 環境 סביבה
ουσ ουδ περιβάλλον [peri'valon] 1 ο φυσικός χώρος που μας περιβάλλει environnement η προστασία του περιβάλλοντος la protection de l'environnement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|