| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.488.697 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιμένω |
0,07 sec. |
|
περιμένω warten expect, wait, await, hang on attendre, surveiller 待つ, そのまま待つ ждать, подождать, держаться يتَرَيْث, ينتظر لدقيقة أو ثانية počkat vente aguantar, esperar odottaa čekati, držati se aspettare, restare in attesa 기다리다 vasthouden (zich), wachten vente, vente litt czepić się, poczekać esperar klamra sig fast, vänta คอย, รอ beklemek chờ đợi, kiên trì 坚持, 等待 ρ μετβ περιμένω [peri'meno] 1 δεν κάνω τίποτα μέχρι να συμβεί κτ attendre 2 καθυστερώ s'attarder Τι περιμένεις; Κάνε κάτι. Qu'est-ce que tu attends ? Fais qqch. περιμένω παιδί είμαι έγγυος attendre un enfant/famille Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|