| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.333.471 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιμαζεύω |
0,03 sec. |
|
περιμαζεύω يُجَمِع shromáždit drive sammen aufrunden round up reunir koota yhteen arrondir okupiti radunare かき集める 검거하다 bijeendrijven avrunde oppover zaokrąglić reunir собирать в одном месте samla ihop รวมตัวกัน toparlamak dồn lại 四舍五入 ρ μετβ περιμαζεύω [perima'zevo] 2 περιθάλπω recueillir περιμαζεύω αδέσποτα recueillir des animaux errants Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|