Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.383.726 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περιορίζω
(προωθήθηκε από περιορίζομαι)

0,02 sec.
περιορίζω confine, limit, restrict, inhibit, reduce limigi limiter, restreindre يُقَيّد omezit begrænse einschränken restringir rajoittaa ograničiti limitare 制限する 제한하다 beperken begrense ograniczyć restringir ограничивать begränsa จำกัด sınırlamak hạn chế 限制
ρ μετβ περιορίζω [perio'rizo]
1 μειώνω baisser
περιορίζω τα έξοδα limiter les dépenses
περιορίζω τις εξόδους restreindre les sorties
2 κλείνω, συγκεντρώνω limiter
περιορίζω κπκτ σε ένα χώρο limiter qqn/qch à un endroit
ρ μεσοπαθ περιορίζομαι [perio'rizome]
αρκούμαι se limiterse satisfaire
περιορίζομαι στα απαραίτητα se limiter au strict nécessairese satisfaire de peu


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.