| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.490.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιορίζω |
0,02 sec. |
|
περιορίζω confine, limit, restrict, inhibit, reduce limigi limiter, restreindre يُقَيّد omezit begrænse einschränken restringir rajoittaa ograničiti limitare 制限する 제한하다 beperken begrense ograniczyć restringir ограничивать begränsa จำกัด sınırlamak hạn chế 限制 ρ μετβ περιορίζω [perio'rizo] 1 μειώνω baisser περιορίζω τις εξόδους restreindre les sorties ρ μεσοπαθ περιορίζομαι [perio'rizome] αρκούμαι se limiterse satisfaire περιορίζομαι στα απαραίτητα se limiter au strict nécessairese satisfaire de peu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|