| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.613.361 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιουσία |
0,01 sec. |
|
περιουσία estate, property مِلكِية vlastnictví ejendom Eigentum propiedad omaisuus propriété vlasništvo proprietà 所有物 재산 eigenschap eiendom własność propriedade собственность egendom ทรัพย์สมบัติ mülk tài sản 财产 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|