Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.588.808 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περιουσιακό στοιχείο

0,02 sec.
περιουσιακό στοιχείο أصل
περιουσιακό στοιχείο přednost
περιουσιακό στοιχείο aktiv
περιουσιακό στοιχείο Vermögenswert
περιουσιακό στοιχείο asset
περιουσιακό στοιχείο activo
περιουσιακό στοιχείο etu
περιουσιακό στοιχείο atout
περιουσιακό στοιχείο imovina
περιουσιακό στοιχείο bene
περιουσιακό στοιχείο 強み
περιουσιακό στοιχείο 자산
περιουσιακό στοιχείο bezit
περιουσιακό στοιχείο eiendel
περιουσιακό στοιχείο rzecz wartościowa
περιουσιακό στοιχείο activo, posse
περιουσιακό στοιχείο ценное качество
περιουσιακό στοιχείο tillgång
περιουσιακό στοιχείο สินทรัพย์
περιουσιακό στοιχείο varlık
περιουσιακό στοιχείο tài sản
περιουσιακό στοιχείο 资产


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.