| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.426.845 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιπαίζω |
0,01 sec. |
|
περιπαίζω يُضَايِق περιπαίζω poškádlit περιπαίζω drille περιπαίζω necken περιπαίζω tease περιπαίζω tomar el pelo περιπαίζω kiusata περιπαίζω taquiner περιπαίζω zadirkivati περιπαίζω prendere in giro περιπαίζω からかう περιπαίζω (사람, 짐승을) (...의 일로)놀리다 περιπαίζω plagen περιπαίζω erte περιπαίζω dokuczyć περιπαίζω importunar, provocar περιπαίζω дразнить περιπαίζω reta περιπαίζω หยอกล้อ περιπαίζω kızdırmak περιπαίζω trêu chọc περιπαίζω 戏弄 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|