| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.577.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιπετειώδης |
0,02 sec. |
|
περιπετειώδης مُغامر dobrodružný eventyrlysten abenteuerlustig adventurous intrépido seikkailunhaluinen aventureux pustolovan avventuroso 冒険好きな 모험을 좋아하는 avontuurlijk eventyrlysten śmiały aventureiro безрассудно смелый äventyrlig ชอบผจญภัย atılgan mạo hiểm 历险性的 επίθ α/θ / ουδ περιπετειώδης, περιπετειώδες [peripeti'oðis, peripeti'oðes] 1 που μοιάζει με περιπέτεια aventureux/-euseagité/-ée περιπετειώδες ταξίδι un voyage aventureux 2 που του αρέσουν οι περιπέτειες aventureux περιπετειώδης τύπος un type aventureux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|