| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.765.881 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περιπετειώδης |
0,01 sec. |
|
|
περιπετειώδης مُغامر dobrodružný eventyrlysten abenteuerlustig adventurous intrépido, aventurero seikkailunhaluinen aventureux pustolovan avventuroso 冒険好きな 모험을 좋아하는 avontuurlijk eventyrlysten śmiały aventureiro безрассудно смелый äventyrlig ชอบผจญภัย atılgan mạo hiểm 历险性的, 冒险 Приключенски 冒險
επίθ α/θ / ουδ περιπετειώδης, περιπετειώδες [peripeti'oðis, peripeti'oðes] 1 που μοιάζει με περιπέτεια aventureux/-euseagité/-ée περιπετειώδες ταξίδι un voyage aventureux 2 που του αρέσουν οι περιπέτειες aventureux περιπετειώδης τύπος un type aventureux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|