Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.766.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περιπλοκή

0,01 sec.
περιπλοκή complexity, complication, intricacy
περιπλοκή تعقيد
περιπλοκή komplikace
περιπλοκή komplikation
περιπλοκή Komplikation
περιπλοκή complicación
περιπλοκή hankaluus
περιπλοκή complication
περιπλοκή komplikacija
περιπλοκή complicazione
περιπλοκή 複雑な要因
περιπλοκή 골칫거리
περιπλοκή complicatie
περιπλοκή forvikling
περιπλοκή powikłanie
περιπλοκή complicação
περιπλοκή осложнение
περιπλοκή komplikation
περιπλοκή การทำให้ยุ่งยาก
περιπλοκή zorluk
περιπλοκή sự phức tạp
περιπλοκή 复杂化


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.