| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.767.306 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περιποιούμαι |
0,01 sec. |
|
|
περιποιούμαι nurse, tend, look after, take care of заботиться يعتنى بـ pohlídat se efter kümmern (sich) cuidar huolehtia s’occuper de paziti na occuparsi di ・・・の世話をする 돌보다 verzorgen passe på zaopiekować się cuidar se efter ดูแล bakmak chăm sóc 照顾
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|