| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.767.507 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περιπολία |
0,01 sec. |
|
|
περιπολία patrol patrouille patrulha دورية patrol patrulla патрул 巡逻 巡邏 patrulje パトロール 순찰 patrull
ουσ θ περιπολία [peripo'lia] επιθεώρηση δρόμων από στρατιωτικό ή αστυνομικό σώμα patrouille Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|